Γιατί ενδιαφέρονται οι επιχειρήσεις για θέματα Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής;

Κάθε ενέργεια με ορίζοντα πενταετίας και άνω εμπίπτει στην ανάγκη εξέτασης επιπτώσεων από την Κλιματική Αλλαγή"

Ανεξαρτήτως μεγέθους ή κλάδου δραστηριότητας, οι επιχειρήσεις μπορούν σε κάθε περίπτωση να συνεισφέρουν στην επίτευξη των στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης. Οι Συμφωνίες για το Περιβάλλον και το Κλίμα με λίγα λόγια καλούν τις επιχειρήσεις πρωτίστως αλλά και δημόσιους οργανισμούς όπως η Τοπική Αυτοδιοίκηση, να δραστηριοποιούνται με υπευθυνότητα και στη συνέχεια να επιδιώκουν ευκαιρίες επίλυσης των κοινωνικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων/ζητημάτων μέσω της επιχειρηματικής καινοτομίας και της συνεργασίας. Και πράγματι, τα ζητήματα Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής χρειάζονται λύσεις στις οποίες μπορεί να συνεισφέρουν οι επιχειρήσεις αφού αποτελούν ένα σημαντικό μέρος της αγοράς και βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην καινοτομία.

Ο μετασχηματισμός των κλασικών επιχειρηματικών μοντέλων σε “επιχειρηματικά μοντέλα αντίκτυπου – impact business models” και η ενσωμάτωση των στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης στην εταιρική στρατηγική τους, αφενός επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να δημιουργούν περιβαλλοντική και κοινωνική αξία μέσω των επανορθωτικών επιχειρησιακών πρακτικών τους, των προϊόντων και των υπηρεσιών τους, αφετέρου συμβάλουν στην αντιμετώπιση πολύ σοβαρών περιβαλλοντικών αλλά και κοινωνικών ζητημάτων.

Όταν αναφερόμαστε στον όρο “Sustainability – Βιωσιμότητα”, πέραν της διάστασης της κοινωνικής ευθύνης και της καινοτομίας για τις ίδιες οι επιχειρήσεις, πρέπει να σημειώσουμε και την επιχειρηματική πρακτική της εξέτασης ορισμένων σχεδίων και αποφάσεων (π.χ. επενδύσεων) για τις οποίες αναλαμβάνει μία επιχείρηση ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ δέσμευση, για ορίζοντα 10 έως 20 ή και περισσότερα χρόνια. Με αυτό το κριτήριο, αναμένεται να αλλάξει σημαντικά ο τρόπος αξιολόγησης των μακροχρόνιων σχεδίων, πέραν των ήδη λαμβανομένων μέτρων πιστοληπτικής πολιτικής. Έτσι, φαίνεται ότι, σχεδόν κάθε ενέργεια με ορίζοντα πενταετίας και άνω, εμπίπτει στην ανάγκη εξέτασης επιπτώσεων από την Κλιματική Αλλαγή. Για την Ελλάδα για παράδειγμα, η άνοδος της θερμοκρασίας εκτιμάται ότι θα συνοδεύεται από πιο εκτεταμένους καύσωνες, μείωση των κατακρημνίσεων, ερημοποίηση περιοχών, αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιών και ενδεχομένως αύξηση στη μετάδοση μολυσματικών ασθενειών (πχ. από κουνούπια, λόγω κακής ποιότητας του ατμοσφαιρικού του αέρα). Ως κλασικό παράδειγμα αναφέρεται για την Κλιματική Αλλαγή, που εξ ορισμού είναι μία μακροχρόνια παράμετρος επιχειρηματικής συμπεριφοράς, η οποία μας αναγκάζει να βεβαιωθούμε ότι κατά τον χρόνο της αποπληρωμής μίας δανειακής υποχρέωσης, (π.χ. κατασκευή κέντρου διαλογής, ανέγερση βιομηχανικών εγκαταστάσεων, κ.α.) ως δανειολήπτης / επενδυτής η επιχείρηση, θα είναι βιώσιμη, δηλαδή θα είναι ελεύθερη από περιβαλλοντικά και κλιματικά ζητήματα, έτσι ώστε να αποπληρώσει την επένδυση. Έτσι λοιπόν, τα συνήθη πενταετή πλάνα δεν επαρκούν, διότι πρέπει να καλύψουμε μακρές χρονικές περιόδους για τις οποίες οι πρακτικές του «business» δεν έχουν που να στηριχθούν.


Απαιτούνται πρόσθετα εργαλεία για την ενίσχυση των προβλέψεων (forecasting) σε βάθος χρόνου

Από την άλλη πλευρά, οι πρακτικές που ακολουθούνται σήμερα από τις περισσότερες επιχειρήσεις στον έλεγχο και στο reporting επί προβλεπόμενων (forecasted) οικονομικών στοιχείων, δεν φτάνουν σε βάθος εικοσαετίας και πλέον. Απαιτούνται πρόσθετα εργαλεία, τα οποία έρχονται να βοηθήσουν στην διαδικασία προβλέψεων:

  • αρχικά σε επίπεδο επιστημονικών παρατηρήσεων και βάσεων δεδομένων, και,

  • κατόπιν σε επίπεδο «μετάφρασης» των δεδομένων αυτών σε οικονομικά μετρήσιμα και αξιολογήσιμα μεγέθη.

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι χρειάζεται η συμμετοχή ειδικών επιστημόνων περιβάλλοντος, ασφαλώς μαζί με άλλες ειδικότητες αναλυτών, συμβούλων και οικονομολόγων, προκειμένου να εντοπισθούν, ερμηνευθούν και προβλεφθούν φυσικές παράμετροι (θερμοκρασία, πλημμυρικά φαινόμενα, αλλαγή στη στάθμη της θάλασσας) και λοιπές παράμετροι ποιότητας (πχ. εκπομπές αερίων ρύπων, ρύπανση περιβάλλοντος γενικότερα, μεταβολές στη γεωμορφολογία και το οικοσύστημα) καθώς και να εκτιμηθεί η πιθανότητα εμφάνισης επιχειρηματικών κινδύνων (ή και ευκαιριών) λόγω αυτών.