top of page

Οι επιχειρήσεις μπροστά στην κλιματική πρόκληση: από την άρνηση στη στρατηγική ευθύνη

  • Catherine Louropoulou
  • πριν από 4 ώρες
  • διαβάστηκε 3 λεπτά

Businesses and climate change challenge

Oι εκθέσεις βιωσιμότητας και περιβαλλοντικής στρατηγικής πολύ μεγάλων παγκόσμιων επιχειρήσεων, και δη αμερικανικών, που αφορούν τη χρήση του 2024 (και αναμένεται για τη χρήση του 2025 επίσης), προκαλούν ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον διότι για πρώτη φορά αναφέρονται και στοχεύουν πάνω σε Κλιματικά ζητήματα με  μακροχρόνια  οπτική. Δεν αρκούνται σε εκθέσεις μόνο πάνω στην κλειόμενη οικονομική χρήση. Περιγράφουν δράσεις μείωσης του ανθρακικού αποτυπώματος ή προστασίας του περιβάλλοντος, και κυρίως  αποτυπώνουν μια βαθιά αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο ο επιχειρηματικός κόσμος αντιλαμβάνεται την κλιματική αλλαγή: όχι ως ένα αμφισβητούμενο ή θεωρητικό ζήτημα, αλλά ως έναν υπαρκτό, μετρήσιμο και κρίσιμο κίνδυνο για τη μακροχρόνια βιωσιμότητά του.


Ο επιχειρηματικός κόσμος αντιμετωπίζει την κλιματική κρίση ως πραγματικό, μετρήσιμο και κρίσιμο κίνδυνο για τη βιωσιμότητα σε αντίθεση με ορισμένες πολιτικές φωνές που την υποβάθμιζουν.

Αυτή η στάση των επιχειρήσεων,  έρχεται σε έντονη αντίθεση με πολιτικές φωνές που, ιδίως στο πρόσφατο παρελθόν, υποβάθμισαν ή και αρνήθηκαν την κλιματική κρίση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πολιτική του Προέδρου Trump, ο οποίος αντιμετώπισε την κλιματική αλλαγή ως «μη πρόβλημα», αποσύροντας τις Ηνωμένες Πολιτείες από διεθνείς συμφωνίες και στέλνοντας ένα μήνυμα αμφισβήτησης της επιστημονικής συναίνεσης και αποδαιμονοποίησης των υδρογονανθράκων. Η στάση αυτή δημιούργησε ένα κλίμα φόβου ή σιωπής σε ορισμένους κύκλους, σαν η συζήτηση γύρω από την κλιματική κρίση να αποτελεί πολιτικό ρίσκο. Και προφανώς φαίνεται να καθυστερεί σοβαρά τα διεθνή προγράμματα αντιμετώπισης της Κλιματικής Κρίσης και να διακινδυνεύει το ορόσημο 2050 ως προς την εφικτότητα του στόχου Net-zero.


Για εταιρείες με μακρά ιστορία, το 2050 δεν είναι αφηρημένο μέλλον αλλά ορατός επιχειρηματικός ορίζοντας, άμεσα συνδεδεμένος με ανταγωνιστικότητα και κερδοφορία.

Ωστόσο, οι επιχειρήσεις – ιδίως οι μεγάλες, πολυεθνικές και ιστορικά εδραιωμένες με παρελθόν 50 ή 100 ή παραπάνω ετών στην  αγορά – φαίνεται πως δεν ακολούθησαν αυτή τη γραμμή. Διότι αυτές απλά βλέπουν «μακρυά» όχι μόνο τον περσινό και τον επόμενο χρόνο! Αντίθετα, συνέχισαν και ενίσχυσαν τις προσπάθειές τους να κατανοήσουν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, τόσο στις ίδιες τους τις δραστηριότητες όσο και σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας τους: από τους προμηθευτές πρώτων υλών (upstream) έως τους πελάτες και τη χρήση των προϊόντων τους (downstream) και την απόσυρσή τους (recycling) από την αγορά. Η προσέγγιση αυτή δείχνει ωριμότητα και στρατηγική σκέψη, καθώς αναγνωρίζει ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι δεν περιορίζονται στα όρια ενός εργοστασίου ή μιας χώρας.


Οι κίνδυνοι αυτοί διακρίνονται σε φυσικούς και μεταβατικούς. Οι φυσικοί κίνδυνοι περιλαμβάνουν ακραία καιρικά φαινόμενα, άνοδο της στάθμης της θάλασσας, ξηρασίες και πλημμύρες, που μπορούν να διαταράξουν εφοδιαστικές αλυσίδες, να καταστρέψουν υποδομές και να αυξήσουν δραστικά το λειτουργικό κόστος. Οι μεταβατικοί κίνδυνοι, από την άλλη, σχετίζονται με τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα: νέες ρυθμίσεις, φορολόγηση του άνθρακα, αλλαγές στις προτιμήσεις των καταναλωτών, τεχνολογικές εξελίξεις και επενδυτικές πιέσεις. To τελικό διακύβευμα είναι αν και πόσο βιώσιμη είναι η εταιρεία ή αν οι κλιματικές εξελίξεις θα την θέσουν εκτός αγοράς.


Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις θέτουν ποσοτικοποιημένους στόχους μείωσης εκπομπών, επενδύουν σε ΑΠΕ, επανασχεδιάζουν προϊόντα/διαδικασίες και απαιτούν δεσμεύσεις από προμηθευτές.

Δεν είναι τυχαίο ότι το ορόσημο του 2050 τοποθετείται σαφώς στις επιχειρηματικές στρατηγικές. Το έτος αυτό έχει αναδειχθεί, μέσα από τη Συμφωνία του Παρισιού, ως κρίσιμο σημείο για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Για επιχειρήσεις με ιστορία 100 ή 150 ετών, το 2050 δεν είναι ένα μακρινό, αδιάφορο και αφηρημένο μέλλον. Είναι ένας ορίζοντας εντός του οποίου πρέπει να εξακολουθούν να λειτουργούν, να είναι κερδοφόρες και ανταγωνιστικές. Η αδιαφορία για το πώς θα επηρεαστούν από την κλιματική αλλαγή ισοδυναμεί με στρατηγική τύφλωση.


Η κλιματική διάσταση περνά στον πυρήνα της εταιρικής διακυβέρνησης, ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις επενδυτών για διαφάνεια.

Γι’ αυτό και βλέπουμε όλο και περισσότερες εταιρείες να θέτουν συγκεκριμένους, ποσοτικοποιημένους στόχους μείωσης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, να επενδύουν σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, να επανασχεδιάζουν προϊόντα και διαδικασίες και να απαιτούν αντίστοιχες δεσμεύσεις από τους συνεργάτες τους. Παράλληλα, ενσωματώνουν την κλιματική διάσταση στη διαχείριση κινδύνων και στη χρηματοοικονομική τους πληροφόρηση, αναγνωρίζοντας ότι οι επενδυτές και οι αγορές ζητούν πλέον διαφάνεια και σοβαρότητα σε αυτά τα θέματα.

Το πιο σημαντικό ίσως στοιχείο αυτής της εξέλιξης είναι ότι ο επιχειρηματικός κόσμος ευθυγραμμίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις επιστημονικές τάσεις και τα δεδομένα. Η κλιματική αλλαγή αντιμετωπίζεται ως υπαρξιακή απειλή και όχι ως ιδεολογική διαφωνία. Η επιστήμη, οι αγορές και οι κοινωνίες ασκούν πιέσεις προς την ίδια κατεύθυνση, ανεξάρτητα από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες.


Τελικά, δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Οι επιχειρήσεις που θέλουν να επιβιώσουν και να ευημερήσουν σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, οφείλουν να προσαρμοστούν. Η κλιματική στρατηγική δεν είναι πράξη φιλανθρωπίας ούτε επικοινωνιακό τέχνασμα. Είναι ζήτημα ευθύνης, ανθεκτικότητας και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας – τόσο για τις ίδιες όσο και για τον πλανήτη στον οποίο δραστηριοποιούνται.

Σχόλια


bottom of page