top of page

Η αύξηση κόστους πρώτων υλών και Scope 3: ένας νέος κίνδυνος για την εφοδιαστική αλυσίδα

  • πριν από 17 ώρες
  • διαβάστηκε 3 λεπτά

Rising raw material costs and Scope 3 emissions

Η συζήτηση γύρω από το κόστος των πρώτων υλών δεν αφορά πλέον μόνο την προμήθεια, την παραγωγή και τα περιθώρια κέρδους. Συνδέεται όλο και περισσότερο με το ανθρακικό αποτύπωμα της εφοδιαστικής αλυσίδας, ειδικά με τις εκπομπές Scope 3, δηλαδή τις έμμεσες εκπομπές που δημιουργούνται πριν και μετά τη λειτουργία μιας επιχείρησης. Για πολλές εταιρείες, οι πρώτες ύλες, τα υλικά συσκευασίας, οι μεταφορές, οι υπεργολάβοι και οι προμηθευτές αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού περιβαλλοντικού τους αποτυπώματος.

Σύμφωνα με το GHG Protocol, οι εκπομπές Scope 3 περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, τα κεφαλαιουχικά αγαθά, τις μεταφορές και τη διανομή στην ανάντη εφοδιαστική αλυσίδα. Ειδικά η

Κατηγορία 1: Purchased goods and services είναι κρίσιμη για επιχειρήσεις που αγοράζουν μεγάλες ποσότητες πρώτων υλών, επειδή καλύπτει τις εκπομπές από την εξόρυξη, παραγωγή και επεξεργασία των υλικών μέχρι να φτάσουν στην εταιρεία.


Η πιθανή αύξηση του κόστους πρώτων υλών συνδέεται με τρεις βασικούς παράγοντες: γεωπολιτικές αναταράξεις, ενεργειακό κόστος και μετάβαση σε χαμηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα.

Η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει αύξηση των συνολικών τιμών εμπορευμάτων το 2026, με ιδιαίτερη πίεση σε ενέργεια, λιπάσματα και βασικά μέταλλα, λόγω διαταραχών στις αγορές και στην προσφορά.

Αυτό έχει άμεση επίπτωση σε βιομηχανίες που εξαρτώνται από μέταλλα, πλαστικά, χημικά, χαρτί, τρόφιμα, αγροτικές πρώτες ύλες και υλικά συσκευασίας. Για παράδειγμα, η αύξηση στο κόστος ενέργειας δεν επηρεάζει μόνο τον λογαριασμό ρεύματος μιας εταιρείας. Αυξάνει και το κόστος παραγωγής των προμηθευτών της, άρα μετακυλίεται στην τιμή των υλικών που αγοράζει.

Παράλληλα, οι εταιρείες πιέζονται να επιλέγουν υλικά με χαμηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα, ανακυκλωμένες πρώτες ύλες ή προμηθευτές με πιστοποιημένες περιβαλλοντικές πρακτικές. Αυτές οι επιλογές μπορεί να έχουν υψηλότερο αρχικό κόστος, ειδικά όταν η διαθέσιμη προσφορά είναι περιορισμένη.


Η αύξηση του κόστους των πρώτων υλών συνδέεται πλέον άμεσα με τις εκπομπές Scope 3, επηρεάζοντας όχι μόνο τα οικονομικά αποτελέσματα αλλά και τη βιωσιμότητα και συμμόρφωση των επιχειρήσεων.

Το Scope 3 αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις βλέπουν την προμήθεια πρώτων υλών. Μέχρι πρόσφατα, η βασική ερώτηση ήταν: «Ποιος προμηθευτής έχει την καλύτερη τιμή;». Πλέον, η ερώτηση γίνεται: «Ποιος προμηθευτής έχει αποδεκτό κόστος, αξιόπιστη διαθεσιμότητα και χαμηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα;».

Το CDP αναφέρει ότι οι εκπομπές Scope 3 μπορούν να είναι πολύ μεγαλύτερες από τις άμεσες λειτουργικές εκπομπές μιας εταιρείας, ενώ η συνεργασία με προμηθευτές θεωρείται βασικός μοχλός μείωσης εκπομπών στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Αυτό σημαίνει ότι μια αύξηση στο κόστος των πρώτων υλών δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα. Είναι και ζήτημα συμμόρφωσης, αναφοράς ESG, ανταγωνιστικότητας και διαχείρισης κινδύνου. Αν μια εταιρεία συνεχίσει να αγοράζει φθηνές αλλά ενεργοβόρες ή ρυπογόνες πρώτες ύλες, μπορεί βραχυπρόθεσμα να προστατεύσει το κόστος της. Μακροπρόθεσμα όμως μπορεί να εκτεθεί σε υψηλότερο ρυθμιστικό κίνδυνο, χαμηλότερη βαθμολογία ESG και απώλεια πελατών που απαιτούν διαφάνεια στις εκπομπές.


Οι εταιρείες καλούνται πλέον να αξιολογούν τους προμηθευτές με βάση τόσο το κόστος όσο και το ανθρακικό αποτύπωμα, καθώς οι περιβαλλοντικές απαιτήσεις και οι κίνδυνοι της εφοδιαστικής αλυσίδας εντείνονται.

Η αύξηση του κόστους πρώτων υλών μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις. Πρώτον, οι προμηθευτές ενδέχεται να μετακυλίσουν τις αυξήσεις στους πελάτες τους, πιέζοντας τα περιθώρια κέρδους. Δεύτερον, οι εταιρείες μπορεί να αναζητήσουν εναλλακτικούς προμηθευτές, γεγονός που αυξάνει την πολυπλοκότητα και τον κίνδυνο ασυνέχειας. Τρίτον, η ανάγκη για χαμηλότερες εκπομπές μπορεί να περιορίσει τις διαθέσιμες επιλογές, καθώς δεν έχουν όλοι οι προμηθευτές αξιόπιστα δεδομένα Scope 3 ή ώριμες πρακτικές απανθρακοποίησης.

Στις μεταφορές, η εικόνα είναι εξίσου κρίσιμη. Οι εκπομπές από ανάντη μεταφορά και διανομή εντάσσονται στο Scope 3 και περιλαμβάνουν τις εκπομπές τρίτων εταιρειών logistics που μεταφέρουν προϊόντα και υλικά για λογαριασμό της επιχείρησης. Όταν αυξάνονται οι τιμές καυσίμων ή όταν οι εταιρείες επιλέγουν πιο βιώσιμες λύσεις μεταφοράς, όπως ηλεκτρικά οχήματα, βιοκαύσιμα ή θαλάσσιες διαδρομές χαμηλότερων εκπομπών, το κόστος logistics μπορεί να επηρεαστεί.


Οι επιχειρήσεις χρειάζεται να περάσουν από την απλή διαχείριση τιμής στη στρατηγική διαχείριση αξίας και εκπομπών. Αυτό σημαίνει χαρτογράφηση κρίσιμων πρώτων υλών, αξιολόγηση προμηθευτών με βάση κόστος και ανθρακικό αποτύπωμα, συλλογή πραγματικών δεδομένων εκπομπών και όχι μόνο εκτιμήσεων, και ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών προμήθειας.

Σημαντική είναι επίσης η ενσωμάτωση κριτηρίων Scope 3 στις συμβάσεις προμηθευτών. Οι εταιρείες μπορούν να ζητούν δεδομένα εκπομπών, σχέδια μείωσης, πιστοποιήσεις, χρήση ανακυκλωμένων υλικών ή στόχους απανθρακοποίησης. Η McKinsey επισημαίνει ότι η μείωση των Scope 3 εκπομπών απαιτεί συνεργασία με προμηθευτές, διανομείς και πελάτες, κάτι που συχνά είναι πολύπλοκο αλλά απαραίτητο.


Όσες επιχειρήσεις συνδυάσουν έλεγχο κόστους, χαμηλότερες εκπομπές και ανθεκτικές αλυσίδες προμήθειας θα αποκτήσουν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Η πιθανή αύξηση του κόστους πρώτων υλών δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως πληθωριστική πίεση. Στο πλαίσιο του Scope 3, αποτελεί ένδειξη ενός βαθύτερου μετασχηματισμού της εφοδιαστικής αλυσίδας. Οι επιχειρήσεις που θα καταφέρουν να συνδυάσουν ανθεκτικότητα, διαφάνεια, χαμηλότερες εκπομπές και έλεγχο κόστους θα έχουν σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.


Το νέο μοντέλο προμηθειών δεν θα βασίζεται αποκλειστικά στη χαμηλότερη τιμή. Θα βασίζεται στη συνολική αξία: οικονομική, περιβαλλοντική και λειτουργική. Σε αυτό το περιβάλλον, το Scope 3 δεν είναι απλώς μια υποχρέωση αναφοράς. Είναι εργαλείο στρατηγικής διοίκησης της εφοδιαστικής αλυσίδας.

 

Σχόλια


bottom of page